Google+ Followers

28 Νοεμβρίου 2012

Η ΝΕΡΑΪΔΑ ΚΑΙ Ο ΒΟΣΚΟΣ...

Ευχαριστώ την Γεωργία Ρ. γιά την υπόδειξη αυτού τού μαγευτικού αφηγηματικού τραγουδιού. 

Η Νεράιδα και ο Βοσκός
Γιώργης Βρέντζος
Μιας περασμένης εποχής, στα χρόνια των θαυμάτων,
κι οντέ ξωμένανε οι βοσκοί στο γύρο των προβάτων,
‘θω τη μεριά των Ανωγιών οθέ το πάνω αόρι
ήταν γ’εις νιός που από μικρός το φόβο δεν εθώρει.

Μέρα και νύχτα απού τα ζα δεν έλειπε ποτέ του,
μα τη ζωή του αοριού να κάνει έρεσέ του,
ν’ αρμέγει, να τυροκομά, γάλα παχύ να πίνει,
και στην κρυγιόδο εις στο νερό, τη δίψα του να σβήνει.

Ήτονε είκοσι χρονών, λεβέντης διωματάρης
μα χε και έν’ άλλο χάρισμα τούτος ο κανακάρης,
σα θέλ΄ αρχίξει το σκοπό και τη λαλιάν του απλώσει
τ’ αγρίμια που επάντιχνε εμπόριε να μερώσει,
κι έκαμε το τραγούδιν του σκληρές καρδιές να κλαίνε
κι όλοι οι βοσκοί παρηγοριά στα πάθη τόνε θένε.

Κι οντέν εκάνανε σαλεμό τα ζά του ένα βράδυ,
θωρεί μια λάμψη κι ήρχετο βαθιά απ το σκοτάδι,
δεν ήταν λάμψη τσ’ αστραπής που σβήνει πριν ανάψει
μ’ ουδέ φωθιά που εφούντωσε τσι πρίνους για να κάψει
κι αντί να ξιπαστούν τα ζα ασάλευτα επομείνα,
κοντό και τα μελούμενα ενιώσανε και κείνα;

Μονάχα ο μπροσταρότραγος έπαιξε το κουδούνι,
οντέ κατέβαινε ο νιος απο το κορφοβούνι,
με δίχως φόβο εγλάκιξε να δει ήντα συμβαίνει,
θωρεί μια κόρη απού λαμπε και στα λευκά ντυμένη
και μόλο που ήτονε σκοτεινά, η νύχτα μέρα εγίνη
κι αποδιαφωτιστήκανε όλα την ώρα εκείνη.

Ήντα γυρεύεις κόρη επά για πές μου την αλήθεια
άνθρωπος ή αερικό είσαι απ’ τα παραμύθια;
και θαμπωμένος και βουβός απο την ομορφιά τση
χωρίς να το καλοσκεφτεί εσίμωσε κοντά τση.
 
Είχε το φως του φεγγαριού πανω στο πρόσωπό τση
και χάμε αγγίζανε στη γης οι άκρες των μαλλιών τση,
ξανθά τονε και με ουρανό τα μάθια τση εμοιάζαν
χίλια μαχαίρια εις την καρδιά νιώθει και τονε σφάζαν
Τέτοια ομορφιά αν είχε δει ποτέ του δεν θυμάται
και δεν κατεχει ξυπνητός άν είναι γ’ή κοιμάται.

Μη μου σιμώνεις άνθρωπε και δόξαζε τη μοίρα
που τη λαλιά σου ερέχτηκα και δε σου την επήρα,
δε ντουχιουντίζεις άμυαλε πως σ’ ό,τι τόπο πράσσει
τση νύχτας το νεραϊδικό θνητός δεν διαφαλάσει;
Τού ‘πε και σαν τον άνεμο εχάθηκ΄ από μπρός του
κι ως να λογιάσει ηντά τονε ‘πομένει μοναχός του.

Την άλλη μέρα στο χωριό πιάνει και κατεβαίνει
και σ’ τσι γονιούς του σκεφτικός ει το μαντάτο φέρνει
ο ίδιος μπλιό δεν ήτονε και η όρεξή του εχάθη
για τη νεράϊδα του αοριού εμπήκενε στα πάθη.
Αν δε τη κάμω ταίρι μου κι αν δε τη πω δική μου,
κύρη και μάνα, ογλήγορα τη χάνω τη ζωή μου!

Και κείνοι με τα δάκρυα τόνε παρηγορούνε:
Παιδί μου τ’ ακατόρθωτο τα χείλη σου μιλούνε
αν ήθελε το ξωτικό υ’γιέ μου κανακάρη
τη ζαχαρένια σου λαλιά θελά στην έχει πάρει.

Κι αν λες πως την ερέχτηκες βγάλε τη απ’ την καρδιά σου
και πιάσε αγάπησε θνητή γυναίκα τσ’ αρεσκειάς σου
γιά δε μπορεί ο άνθρωπος μ’ αερικό να ζήσει
έτσά το πρόσταξε ο Θεός απού ‘πλαξε τη Φύση!

Ιδιωματισμοί τής Κρητικής Διαλέκτου:

-αόρι - από τὴν φρ. εις τα όρη, στ' αόρι, αόρι. αορίτης, και αορίτικος - ο βουνίσιος. σημαίνει και οροπέδιο. 
-διωματάρης - εμφανίσιμος.
-επάντιχνε – συναπαντούσε.
-εγλάκιξε – έτρεξε. 
-κοντό - άραγε, μήπως. 
-ντουχιουντίζεις – σκέφτεσαι, συλλογίζεσαι, αναρωτιέσαι.
-διαφαλάσει – διασφαλίζεται, διαβαίνει με ασφάλεια.

 
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

ΟΙ 10 ΔΗΜΟΦΙΛΕΣΤΕΡΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΩΝ 7 ΗΜΕΡΩΝ

Ειπόντος τινός:
«Ω, Λεωνίδα, προς πολλούς μετ' ολίγων διακινδυνεύσων ούτως πάρει;»
Λεωνίδας έφη: «Ει μεν οίεσθέ με τωι πλήθει δειν πιστεύειν, ουδ' η πάσα Ελλάς αρκεί -βραχεία γαρ μοίρα του εκείνων πλήθους εστίν- ει δε ταις αρεταίς, και ούτος ο αριθμός ικανός


Όταν κάποιος του είπε:
«Με τόσους λίγους έρχεσαι, Λεωνίδα, να διακινδυνεύσεις απέναντι σε τόσους πολλούς;»
Ο Λεωνίδας είπε: «Αν πιστεύετε ότι πρέπει να βασιζόμαστε στο πλήθος, δεν αρκεί ούτε ολόκληρη η Ελλάδα -αφού αποτελεί μικρό μέρος σε σχέση με το πλήθος εκείνων. Αν όμως πιστεύετε ότι πρέπει να βασιζόμαστε στις αρετές του καθενός, τότε και ο αριθμός αυτός είναι ικανός


(Πλούταρχος, Λακωνικά Αποφθέγματα)

Μανθάνειν ἐν μὲν τῷ Οὐρανῷ τὸ ὁρᾶν, ἐν δὲ τῇ Γῇ τὸ ἀναμιμνήσκεσθαι.

Μακάριος ὁ διὰ τῶν Μυστηρίων διελθών, οὗτος γιγνώσκει τῆς ζωῆς τὴν ἀρχὴν καὶ τὸν σκοπόν!

Ὄλβιος ὅστις ἰδὼν κεῖνα εἶσ’ ὑπὸ χθόνα· οἶδε μὲν βίου τελευτάν, οἶδεν δὲ διόσδοτον ἀρχάν!


Πίνδαρος, Ποιητὴς τῶν Ἱερῶν Ἀγώνων τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ Προφήτης τοῦ Ἀπόλλωνος ἐν Δελφοῖς.



Και τί να πω αύριο στον Ήλιο;

«Σήκω, σαΐτεψε το φίδι, πώχει αφήκει

η παλιά φιδομάνα και που τώρα

πάλι τη γην ολόγυρα γυρεύει

στις δίπλες του σφιχτά για να τυλίξει»;

«Ξύπνα», να πω, «Τιτάνα Εσύ, και πάλι,

κυκλόφερε τα θεία πατήματά Σου,

τα θεία Σου τα σκιρτήματα τριγύρω

στο φοβερό ερπετό που ξαναζώνει

τη γη κι ο οσκρός* του αρχίνισε να τρέχει

στις θείες πηγές Σου, φαρμακώνοντάς τις»;


«Ο διθύραμβος του Ρόδου», Άγγελος Σικελιανός


* οσκρός = κεντρί, δηλητήριο
Ο Έλληνας, τέκνο του ΔευκΑλίωνος, μάχεται συνΕχώς!

ΕΦ-ΗΜΕΡΙΔΕΣ